“Τι μου δίνει ζωή τελικά;” (επιστολή απολυμένου)

Ξυπνάω το πρωί γεμάτος ενέργεια, διάθεση, ελπίδα, θάρρος.

Κάθε μέρα γνωστοί και συγγενείς μου τηλεφωνούν. Ανησυχούν για το πώς τα πάω. 6 μήνες άνεργος, ένα χρόνο απλήρωτος. Ρωτούν πως την βγάζω, αν βρήκα δουλειά, αν είχα κάτι νεότερο από την παλιά μου δουλειά στο Metropolis. Λένε ότι κινδυνεύω και από κατάθλιψη.

Μα εγώ ξυπνάω νωρίς κάθε πρωί, με πάθος να ζήσω την μέρα, με πράγματα να κάνω, με στόχο. Έχω γεμίσει συναισθήματα. Χαρά, ενθουσιασμός, πάθος, οργή, μίσος, αγάπη. Και αργά το βράδυ κοιμάμαι κατάκοπος, μα περήφανος και αξιοπρεπής. Έχω πάθει κάτι; Άλλα έπρεπε να μου συμβαίνουν.

Τι είναι αυτό που μου δίνει ζωή;

Είναι η ελπίδα ότι θα πάει καλύτερα το κράτος; ότι θα τελειώσει η κρίση; ότι θα ανοίξουν οι δουλειές των αφεντικών και θα βρω και εγώ μία; ότι το παλιό μου αφεντικό, o Ανδρέας Κουρής, θα με λυπηθεί και θα μου δώσει αυτά που μου χρωστάει; ότι θα βρεθεί κάποιος που θα τον αναγκάσει να τα δώσει;…. Σκατά, αν περιμένω κάποιο χέρι να με σώσει, ή θα πεθάνω από την πείνα ή που θα χάσω τον εαυτό μου και τα λογικά μου.

Ζωή μου δίνει ο αγώνας μου, ο αγώνας μας. Ο συνάδελφος που δίπλα μου διεκδικεί με πάθος αυτά που του ανήκουν. Που δεν με αφήνει μόνο μου. Που με παίρνει τηλέφωνο αργά το βράδυ για να δει αν γύρισα από την αφισοκόλληση. Που μιλάμε περισσότερο για τις ζωές μας τώρα παρά όταν δουλεύαμε δίπλα, δίπλα. Που με εμψυχώνει όταν βλέπει ότι λυγίζω.

Ζωή μου δίνει ο θυμός. Η εξοργιστική αδικία που μια ζωή δούλευα για ψίχουλα και το αφεντικό μου πλούτιζε. Και τώρα που τα θέλει όλα δικά του με πετάει στα σκουπίδια. Γιατί είναι ταξικός ο θυμός μας. Γιατί είναι αυτοί και εμείς. Οι εργάτες και τ’ αφεντικά.

Ζωή μου δίνει η αλληλεγγύη. Φίλοι που ξανασυναντηθήκαμε μέσα από αυτόν τον αγώνα. Κόσμος που γνώρισα και μου συμπαραστέκεται. Δεν είναι ελεήμονες, είναι σύντροφοι. Δεν μου χτυπούν συγκαταβατικά την πλάτη. Δεν μου δίνουν ελεημοσύνη. Παλεύουν μαζί μου, για μένα, για τον δίπλα μου, για τον εαυτό τους.

Ζωή μου δίνουν οι φίλοι μου. Που με στηρίζουν και με εμψυχώνουν. Που δεν έχουν προσκυνήσει ακόμα. Που δεν έχουν ισοπεδωθεί από την μηχανή του συστήματος. Που μου στέλνουν μήνυμα «κουράγιο», «γερά», «συνεχίζουμε».
Ζωή μου δίνει η ανισότητα. Που το πρώην αφεντικό μου χρωστάει 2 δις και είναι πρώτη μούρη και εγώ ψάχνω 100 ευρώ γιατί μου κόψανε το ρεύμα. Που αυτός πάει για καταδύσεις, έχει κανάλι, κάνει κοσμική ζωή και εγώ χρωστάω τρία νοίκια. Που αυτός μπορεί να πληρώνει λιγότερους φόρους από εμένα. Που για να σώσει την τσέπη του, καταστρέφει τις ζωές μας και δεν τρέχει τίποτα διότι είναι επιχειρηματίας με πλάτες. Με πνίγει η αδικία και η φωνή μου βγαίνει πιο δυνατή, από πιο βαθιά.

Ζωή μου δίνουν οι ξεπουλημένοι συνάδελφοί μου. Εργοδοτικοί, παρτάκηδες, εγωιστές, αδίστακτοι. Όσα περισσότερα αναξιοπρεπή, βρώμικα, κλεμμένα, εργοδοτικά ευρώ παίρνουν τόσο περισσότερο πείσμα με γεμίζουν.

Ζωή μου δίνει η κάθε μέρα. Γεμάτη. Κουβέντες, τηλέφωνα, συνέλευση, αφίσες, κείμενα, σχέδια, απόψεις, διαφωνίες, παροτρύνσεις.

Ζωή μου δίνει το χθες που πάλεψα.

Ζωή μου δίνει το σήμερα που το ζω.

Ζωή μου δίνει το αύριο που εγώ ορίζω.

Γιατί θέλω να ζήσω και όχι να επιζήσω.

  Eργαζόμενοι/Aπολυμένοι στα Metropolis

Συγκλονιστική επιστολή απολυμένου από τα Metropolis

ergasiakodeltio

Τα χρόνια που το Μετρόπολις θησαύριζε και έκλεινε χρονιές με κέρδη εκατομμυρίων ποτέ δεν είδα αύξηση. Τότε μου έλεγαν οι συνάδελφοι «μην ανοίγεις ιστορίες, ήμαστε καλά έτσι, εμείς κάνουμε το κέφι μας, εμείς αγαπάμε την μουσική, δεν μας ενοχλεί κανείς» και εγώ δεν έκανα τίποτα.
Μετά το παλιό αφεντικό πούλησε την χρυσή κότα χωρίς να μας διασφαλίσει τίποτα, στο νέο αφεντικό που ήρθε με νέες ιδέες, νέους σκύλους προϊσταμένους, νέες εργασιακές συνθήκες. Και πάλι μου έλεγαν «να επικρατήσει ηρεμία, θα προσαρμοστεί και αυτός, θα δει ότι έτσι δουλεύει το μαγαζί, χωρίς εμάς θα κλείσει» και εγώ πάλι δεν έκανα τίποτα.
 Όταν άρχισαν τα πρώτα ζόρια και το αφεντικό με το σόι του εξαφανίστηκε, την θέση του πήραν τα σκυλιά-προϊστάμενοι του. Το αφεντικό ήδη είχε καταλάβει ότι είναι καλύτερα να τα κλείσει και να φεσώσει όλο τον κόσμο παρά να πληρώνει τις υποχρεώσεις του. Οι συνάδελφοι έλεγαν «κάνε υπομονή, δεν θα τα κλείσει είναι της δισκογραφίας, κάτι θα κάνει, να άνοιξε στο «Μall» και εγώ κάθισα στα αυγά μου και δεν έκανα τίποτα.
Τότε ήταν που σκάσανε οι πρώτες αφίσες εργαζομένων τα πρώτα σχόλια στο διαδίκτυο και μας φώναζαν στα μούτρα μας για το μέλλον που έρχεται. Οι σκύλοι-manager μας καθησύχαζαν, οι συνάδελφοι έσκιζαν τις αφίσες, χλεύαζαν και κορόιδευαν ότι είναι μανίες κάποιων, εγώ με ανησυχία καρτερούσα την λύση από τον ? (ακόμα δεν ξέρω ποιος θα με σώσει) και δεν έκανα τίποτα.
Όταν κλείσανε τα μισά μαγαζιά και οι απολύσεις πέφτανε βροχή, ήρθαν σωματεία μαζί με συναδέλφους που καλούσαν σε συλλογικό αγώνα. Παθητικά τους άκουσα, τους παρακολούθησα. Νόμιζα ότι εκπλήρωσα το αγωνιστικό μου καθήκον. Στο μαγαζί άρχισαν να εξαφανίζονται και τα σκυλιά-manager αφήνοντας στην θέση τους κάποιους από τους σκουλήκια-συναδέλφους να λένε ότι «οι διαμαρτυρίες και όχι το καλό αφεντικό θα κλείσουν το μαγαζί, ότι είναι πληρωμένοι συνδικαλιστές, ότι τα μαγαζιά πρέπει να μην τα ενοχλούμε για να κάνουν ταμεία και να σωθεί η επιχείρηση, ότι αυτοί θα μείνουν χωρίς δουλειά» εγώ δεν τους απάντησα, δεν τους μούντζωσα, δεν τους έφτυσα δεν τους σφαλιάρισα, δεν έκανα τίποτα.
Όταν έμειναν δύο μαγαζιά, βρέθηκα απολυμένος στο δρόμο κρατώντας ένα πανό. Πάλι κάποιοι είπαν να μην έρθουμε σε σύγκρουση με τους συναδέλφους που δουλεύουν (ναι ρε, αυτούς που είναι εργοδοτικοί, αυτοί που ρίχνουν λάσπη σε αυτούς που αντιστέκονται, αυτούς που βοηθάνε το αφεντικό να κλείνει μαγαζιά, αυτούς που ξέχασαν τις φιλίες τους παλιούς συναδέλφους, αυτά τα σκουλήκια) εγώ πάλι δεν είπα τίποτα. Δεν είπα «στο διάολο να πάτε σκουλήκια». Δεν έκανα τίποτα.
Όταν το αφεντικό τα έκλεισε όλα και άνοιξε μια τρύπα για να πουλήσει ότι του απόμεινε θέλοντας να πάρει και τα τελευταία ευρώ, τα σκουλήκια χάρηκαν. Τα σκουλήκια πάντα χαίρονται όταν βρίσκουν μια τρύπα να χωθούν. Κάποιοι είπαν «όλα έχουν τελειώσει, δεν θα πάρουμε τίποτα πια». Τα σκουλήκια στο μαγαζί γελούσαν νηστικά συνεχίζοντας την λάσπη, μπας και αναγνωριστεί το έργο τους από το αφεντικό και εγώ απ’ έξω έκλαιγα νηστικός. Και πάλι κάποιοι είπαν «έτσι είναι αυτά τα πράγματα, όλη η κοινωνία στα ίδια σκατά είναι, εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε την διαφορά» εγώ δεν έκανα τίποτα. Δεν μπήκα στο μαγαζί να το κλείσω 2-3 μέρες, δεν πήγα με το αντίσκηνο έξω από την επιθεώρηση εργασίας , δεν έπιασα τα σκουλήκια από το λαιμό, δεν πήγα στο αφεντικό να τα πούμε αφού έχουμε χαθεί εδώ και 2 χρόνια. Δεν έκανα τίποτα.
Επειδή το πολύ τίποτα μου έχει κάτσει στο λαιμό και δεν μπορώ να πάρω ανάσα, δεν μπορώ να περιμένω το αύριο. Τώρα, σήμερα θα τα κάνω όλα μαζεμένα για να μην γίνω ένα τίποτα. Τώρα αφεντικά, σκύλοι και σκουλήκια θα δουν τι μπορεί να κάνει κάποιος που δεν έχει τίποτα να χάσει, που δεν έχει τίποτα στην τσέπη, που δεν έχει τίποτα στο στομάχι. Τώρα δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω από το να σας κυνηγάω συνέχεια. Τώρα είμαι έτοιμος να μην αφήσω τίποτα για αύριο, να μην αφήσω τίποτα δικό μου σε άλλους, να μην αφήσω τίποτα να το κάνουν άλλοι για μένα, να μην αφήσω τίποτα όρθιο.

Πανελλαδική απεργία 26/9(Η εικοστή τρίτη μάχη)

Ήρθε και το πολυαναμενόμενο φθινόπωρο και ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του λέει ο “σοφός” λαός ,χωρίς ποτέ να διευκρινίζει ποιο το αδίκημα του κατεργάρη και γιατί πρέπει να επιστρέψει στον πάγκο του. Δε θα είναι ένα φθινόπωρο όπως όλα τα άλλα ,θα είναι απλά χειρότερο απ’ όλα τα άλλα και δε φταίει η καταθλιπτική εποχή του χρόνου για αυτό. Δε φταίει η περιστροφή της γης γύρω από τον ήλιο για την περιστροφή των κοινωνιών γύρω απ την μια και μοναδική και ανεπανάληπτη και αναντικατάστατη παραγωγική διαδικασία.

Continue reading